καινοπηγής

καινο-πηγής, ές,
A newly put together, new-made, A.Th.642.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καινοπηγής — καινοπηγής, ές (Α) ο πρόσφατα κατασκευασμένος, καινούργιος («ἔχει δὲ καινοπηγὲς εὔθετον σάκος», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < καινός + πηγής (< πήγνυμι «δημιουργώ, κατασκευάζω»), πρβλ. ναυ πηγής, νεο πηγής] …   Dictionary of Greek

  • καινοπηγές — καινοπηγής newly put together masc/fem voc sg καινοπηγής newly put together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινός — ή, ό (AM καινός, ή, όν) αυτός που γίνεται ή εμφανίζεται για πρώτη φορά, νέος, καινούργιος («θυτῆρα καινῷ καινὸν ἐν πεπλώματι», Σοφ.) 2. φρ. «Καινή Διαθήκη» (σε αντιδιαστολή με την Παλαιά Διαθήκη) το βιβλίο που περιέχει τα ιερά βιβλία τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.